αλί

αλί
αλιά επιφ. увы!, как жаль!, о горе!

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "αλί" в других словарях:

  • αλί — και αλιά επιφώνημα, αλίμονο: Αλί σ αυτόν που δέχτηκε το βόλι στο κεφάλι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλι- — Γλωσσ. α συνθετικό λέξεων τής αρχαίας Ελληνικής με μεγάλη παραγωγικότητα, που προέρχεται ετυμολογικά από το ουσ. ἅλς* (I), (II) «θάλασσα, αλάτι». Το ἁλι ως α συνθετικό σημαίνει συνήθως «θάλασσα» και σπανιότερα «αλάτι». Στα νέα Ελληνικά απαντά… …   Dictionary of Greek

  • αλί — (άλλη γραφή αλλοί) και αλιά σχετλιαστικό επιφώνημα που εκφέρεται ή μόνο του ή με αντωνυμία (προσωπική, δεικτική, αναφορική) σε ονομαστική, γενική ή σε εμπρόθετο προσδιορισμό 1. αλίμονο! συμφορά μου! δυστυχία! 2. (επιτατική στη φράση) «αλί και… …   Dictionary of Greek

  • Ἅλι — Ἅλις masc voc sg Ἅλῑ , Ἅλις masc dat sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άλι, Μοχάμετ — (Muhammad Ali, Λούισβιλ, Κεντάκι, ΗΠΑ 1942 –). Αμερικανός πυγμάχος, ηγετική μορφή των αφροαμερικανών στις ΗΠΑ. Βαφτίστηκε χριστιανός με το όνομα Κάσιους Κλέι (Cassius Marcellus Clay) και ασχολήθηκε από μικρός με την πυγμαχία ως μοναδικό μέσο… …   Dictionary of Greek

  • ἁλί — ἅλς salt masc/fem dat sg ἁλίς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άλι Αμπντάλ-Ράζεκ — (1888 – ;). Αιγύπτιος ιεροδιδάσκαλος, νομομαθής και πολιτειολόγος. Σπούδασε στο ιεροδιδασκαλείο του Καΐρου και στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης, απ’ όπου αποφοίτησε το 1911. Κατόπιν φοίτησε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Οξφόρδης (1913… …   Dictionary of Greek

  • Αλ Χαρίρι, Αμπού Μουχάμαντ Αλ Κουάσιμ ιμπν Άλι — (abu Muhammad al Quasim ibn AliAl Hariri, 1054 – 1122 μ.Χ.). Άραβας λόγιος, ο οποίος έγραψε επιστολές, δύο φιλολογικές μελέτες και πενήντα μακαμάτ, δηλαδή εικόνες σε πεζό και στίχο, με θέματα της αραβικής ζωής …   Dictionary of Greek

  • Μασούντι, Αμπού-αλ-Χασάν Αλί αλ — (Abu Al Hasan Ali al Masudi,Βαγδάτη ; – Κάιρο 956). Άραβας συγγραφέας. Ταξίδεψε στην Περσία, στην Ινδία, στην Κίνα και στα νησιά Ιάβα και Μαδαγασκάρη. Μελέτησε πλήθος ιστορικών συγγραμμάτων και διέσωσε πολλές ενδιαφέρουσες παραδόσεις και… …   Dictionary of Greek

  • Μοχάμετ Άλι — (Καβάλα 1769 – Αλεξάνδρεια 1849). Αντιβασιλιάς της Αιγύπτου, πατέρας του Ιμπραήμ. Γιος Τουρκαλβανού αγροφύλακα, υιοθετήθηκε από τον φρούραρχο της Καβάλας, ο οποίος και τον έστειλε στην Αίγυπτο, επικεφαλής σώματος Αλβανών, να πολεμήσει εναντίον… …   Dictionary of Greek

  • Μπαμπ, Αλί Μοχάμετ — Ιρανός θρησκευτικός ηγέτης (βλ. λ. βαβισμός) και μεταρρυθμιστής. Βλ. λ. Βαβ ή Μπαμπ, Αλή Μοχάμετ …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»